Η επιστημονική ανάγνωση των στοιχείων αποκαλύπτει την αλήθεια!

Η παρουσίαση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης (ΕΠΑ) 2026-2030 από τον Πρωθυπουργό και στελέχη της κυβέρνησης, στις 21 Ιουλίου 2026, συνοδεύτηκε από ένα αφήγημα: η Ελλάδα, χάρη στην υποδειγματική οικονομική διαχείριση, διαθέτει πλέον 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων για να χρηματοδοτήσει η ίδια την ανάπτυξή της, μειώνοντας το χρέος της ταχύτερα από κάθε άλλη χώρα στην ιστορία του ΟΟΣΑ.

Η δημιουργική λογιστική -που εισήχθη από τον Σημίτη- και την πληρώσαμε με τρία μνημόνια, στο απόγειο της. Μια επιστημονική ανάγνωση των στοιχείων αποκαλύπτει την ΑΛΗΘΕΙΑ, μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

1. Μεγέθυνση, όχι Ανάπτυξη

Χαρακτηριστικό

Οικονομική Μεγέθυνση (Growth)

Οικονομική Ανάπτυξη (Development)

Ορισμός

Η ποσοτική αύξηση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών μιας χώρας, όπως μετριέται συνήθως με την άνοδο του ΑΕΠ. Απαντά στο ερώτημα «πόσο» παράγουμε.

Μια ποιοτική και πολυδιάστατη διαδικασία. Αφορά τη δομική αλλαγή της οικονομίας, τη βελτίωση της κατανομής του εισοδήματος, την αναβάθμιση των θεσμών και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Απαντά στο ερώτημα «πώς» και «για ποιον» παράγουμε.

Εστίαση

Ποσότητα (ΑΕΠ, επενδύσεις, εξαγωγές).

Ποιότητα (παραγωγικότητα, καινοτομία, θεσμοί, ανισότητες, περιβάλλον).

Χαρακτηριστικά

Συνήθως βραχυπρόθεσμη, μετρήσιμη, μπορεί να προκύψει και από λογιστικές αλλαγές (π.χ. ενσωμάτωση παραοικονομίας).

Μακροπρόθεσμη, διαρθρωτική, απαιτεί μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και τεχνολογία.

Παράδειγμα

Αύξηση του ΑΕΠ λόγω αύξησης της κατανάλωσης, έστω και με δανεικά.

Η μετάβαση μιας χώρας από την παραγωγή φθηνού ρουχισμού στην παραγωγή υψηλής τεχνολογίας, με ταυτόχρονη βελτίωση των μισθών και των συνθηκών εργασίας.

Η διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών είναι θεμελιώδης. Η σύγχυσή τους αποτελεί το κεντρικό επιχειρηματολογικό εργαλείο του αφηγήματος της κυβέρνησης. Δείτε τον παρακάτω πίνακα για να αντιληφθείτε τις διαφορές:

Το κυβερνητικό αφήγημα εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην αύξηση του ΑΕΠ, στη μείωση του δείκτη χρέους και σε δείκτες όπως η ανεργία, χωρίς να προσδιορίζει πώς αυτό θα οδηγήσει σε μια βαθύτερη, διαρθρωτική αλλαγή που θα αυξήσει την προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας. Αυτό το επιβεβαιώνουν και οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού, ο οποίος θέτει ως κεντρικό στόχο τους «υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης» και τη «μείωση του ύψους του χρέους» — δύο κλασικούς δείκτες μεγέθυνσης. Απουσιάζει κάθε αναφορά σε στόχους αύξησης της παραγωγικότητας, της προστιθέμενης αξίας και της καινοτομίας — τους πραγματικούς μοχλούς της βιώσιμης ανάπτυξης.

 

2. Για ποια «μείωση του χρέους» κομπορρημονούν; Ιδού η Αλήθεια

Το κεντρικό επίτευγμα της κυβέρνησης — η δήθεν ταχύτατη μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ – είναι εν πολλοίς τεχνητό (η γνωστή «δημιουργική λογιστική).

Το ελληνικό Δημόσιο δανείζεται, μέσω repos (συμφωνιών επαναγοράς), τα αποθεματικά των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα: ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, ΟΤΑ, πανεπιστήμια. Το 2015 η κατάθεσή τους στην Τράπεζα της Ελλάδος κατέστη υποχρεωτική. Πως θα αντιμετωπισθούν τα προβλήματα βιωσιμότητας αυτών των Φορέων;

Σήμερα, το απόθεμα των repos ανέρχεται σε 62,8 δισ. ευρώ — από 41 δισ. το 2019. Από αυτά, 45-48 δισ. κατευθύνονται σε πάγιες και επαναλαμβανόμενες δαπάνες (μισθοί, συντάξεις), όχι όμως σε παραγωγικές επενδύσεις.

Η δημιουργική λογιστική: ο δανεισμός αυτός καταγράφεται ως «ενδοκυβερνητικός» και αφαιρείται από τον υπολογισμό του δημόσιου χρέους, σαν να χρωστάει το κράτος στον εαυτό του. Με άλλα λόγια, 62,8 δισ. € χρέους εξαφανίζονται από τον δείκτη του Χρέους— όχι γιατί μειώθηκε το χρέος , αλλά γιατί αυτά τα 62,8 €δις λογιστικά μετακινήθηκαν.

Φανταστείτε μια οικογένεια που, για να φαίνεται ότι έχει λιγότερα χρέη, δανείζεται 50.000 ευρώ από τον κοινό της λογαριασμό και τα δηλώνει ως «εσωτερικό δάνειο». Το χρέος παραμένει ίδιο. Η εικόνα αλλάζει. Ο επικοινωνισμός στο μεγαλείο του.

3. Τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας

Πίσω από το αφήγημα της ανάκαμψης, τα δομικά προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας παραμένουν:

Η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου (και στο 43% ανά ώρα εργασίας).

Η αποταμίευση των νοικοκυριών είναι αρνητική (-9,3%), τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι +8,1% — η μοναδική χώρα της ΕΕ με αρνητική αποταμίευση. Πρόκειται για τη μοναδική χώρα της ΕΕ όπου τα νοικοκυριά δαπανούν περισσότερα από όσα εισπράττουν.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε στα -8,34 δισ. ευρώ το πρώτο τετράμηνο του 2026. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εισάγει πολύ περισσότερα απ’ όσα εξάγει και καλύπτει το έλλειμμα με δανεισμό – ακριβώς το πρόβλημα που προηγήθηκε της κρίσης του 2010.

Η φορολογία κατανάλωσης (ΦΠΑ, ΕΦΚ) ανέρχεται στο 37,8% των συνολικών φόρων, έναντι 26,8% του μέσου όρου της ΕΕ.

Η “ανάπτυξη” στηρίζεται στη δημόσια κατανάλωση και στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου — με την απορρόφηση του Ταμείου Ανάκαμψης να συμβάλλει κατά το ένα τρίτο. Με την ολοκλήρωσή (31.8 2026) του Ταμείου Ανάπτυξης , βρισκόμαστε σε αναζήτηση νέων χρηματοδοτικών πόρων.

Εν κατακλείδι η τρέχουσα Οικονομική κατάσταση είναι εφιαλτική

Εξωτερικό Χρέος: Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της χώρας προσεγγίζει το ποσό των 600 δισ. ευρώ Στα €590 δισ. εκτοξεύτηκε το εξωτερικό χρέος της χώρας (ΤτΕ), αντανακλώντας το σύνολο των υποχρεώσεων των φορέων της ελληνικής οικονομίας προς μη κατοίκους Ακαθάριστο Εξωτερικό Χρέος – Open Data.

4. Η αξία της γνώσης

Η θεωρία του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος Γνώσης (GDPK), που έχει αναπτυχθεί στο ομότιτλο βιβλίο, προτείνει την αποτίμηση της γνώσης, της έρευνας και του ανθρώπινου κεφαλαίου ως αυτοτελών παραγωγικών συντελεστών.

Το ΑΕΠΓνώσης, μέσω των τριών συνιστωσών του (K1: R&D και πατέντες, K2: τομείς γνώσης, K3: κοινωνική γνώση και ανοιχτή καινοτομία), παρέχει ένα πλαίσιο που:

Αποτυπώνει το πραγματικό παραγωγικό δυναμικό μιας χώρας, πέρα από την κατανάλωση και τις δημόσιες δαπάνες.

Αποκαθιστά την πραγματική εικόνα του χρέους, εντάσσοντας την αξία της γνώσης στον παρονομαστή.

Προσφέρει ένα εργαλείο χάραξης πολιτικής που ενθαρρύνει επενδύσεις στην παιδεία, την έρευνα και την τεχνολογία — και όχι μόνο σε υποδομές του προηγούμενου αιώνα.

Η εφαρμογή του ΑΕΠΓνώσης-GDPK στην ελληνική οικονομία — με συντηρητική εκτίμηση K = 14% του ΑΕΠ — μειώνει τον πραγματικό δείκτη χρέους κατά 21,7 ποσοστιαίες μονάδες, αποκαλύπτοντας πλούτο που το παραδοσιακό ΑΕΠ αγνοεί. Αντί οι κυβερνητικοί να καταφεύγουν σε αλχημείες όπως δημιουργική λογιστική ας υιοθετήσουν και θεσπίσουν το ΑΕΠΓνώσης .

Το ΕΠΑ, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά σε στρατηγική για την οικονομία της γνώσης. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η έρευνα, η καινοτομία και η εκπαίδευση STEM απουσιάζουν ως ποσοτικοποιήσιμοι στόχοι. Απλές αναφορές, εξυπνακισμοί Μητσοτάκη (που διαβάζει ότι του σερβίρουν οι λογογράφοι του).

Επιλογικά

Το ΕΠΑ είναι ένα φιλόδοξο πρόγραμμα, με σημαντικούς πόρους. Ωστόσο:

Στηρίζεται σε παροδικούς παράγοντες: απορρόφηση Ταμείου Ανάκαμψης, ενσωμάτωση παραοικονομίας, τεχνητή μείωση χρέους μέσω repos.

Αγνοεί τα διαρθρωτικά προβλήματα: παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, ανισότητες.

Δεν περιλαμβάνει στρατηγική για την οικονομία της γνώσης.

Όσο το πολιτικό αφήγημα αρκείται στην εικόνα της ανάπτυξης, αγνοώντας την πραγματική αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης, η Ελλάδα θα συνεχίζει να λειτουργεί ως οικονομία εντάσεως εργασίας, υψηλής φορολόγησης και χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Και η επόμενη κρίση δεν θα είναι ζήτημα «εάν», αλλά «πότε».

* Ο Δημήτρης Σκουτέρης είναι πολιτικός αναλυτής, συγγραφέας του βιβλίου:

1. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν Γνώσης (ΑΕΠΓ-GDPK ). Η Επίδραση του στη Μείωση του Δημόσιου Χρέους. Η συμβολή του στην Οικονομική Ανάπτυξη.