Δήμαρχος Ρεθύμνης,  Γιώργης Μαρινάκης: “Η Τοπική Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως η τελευταία επιλογή στην κατανομή των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων”
Με μια ιδιαίτερα έμπειρη, θεσμική και ειλικρινή προσέγγιση, ο Δήμαρχος Ρεθύμνης, Πρόεδρος της ΠΕΔ Κρήτης και Πρόεδρος της ΕΔΕΥΑ, Γιώργης Μαρινάκης, καταθέτει τη δική του παρέμβαση στο otαnews.gr. Ενόψει του Ετήσιου Τακτικού Συνεδρίου της ΚΕΔΕ, ο κ. Μαρινάκης εκφράζει ανοιχτά τον έντονο σκεπτικισμό του, υπογραμμίζοντας ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως η τελευταία επιλογή στην κατανομή των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων, με τα μηνύματα από την Πολιτεία να μην αφήνουν περιθώρια για υψηλές προσδοκίες.
Μέσα από τη συζήτηση, ο Δήμαρχος αναδεικνύει τη διαχρονική συρρίκνωση της κρατικής ενίσχυσης, φέρνοντας ως παράδειγμα το τεχνικό πρόγραμμα του Δήμου του (ΣΑΤΑ), το οποίο σήμερα αντιστοιχεί μόλις στο ένα τέταρτο των πόρων που εισέπρατταν οι τέσσερις πρώην Δήμοι που συνέθεσαν το διευρυμένο Ρέθυμνο πριν από 17 χρόνια. Τοποθετείται με ρεαλισμό απέναντι στα επιστημονικά δεδομένα για το κόστος λειτουργίας των ΟΤΑ και καταγγέλλει ότι οι Δήμοι έχουν μετατραπεί σε μόνιμους χρηματοδότες υποχρεώσεων του κεντρικού κράτους και άλλων δημόσιων φορέων, ξεπερνώντας τα δημοσιονομικά τους όρια.
Παράλληλα, ασκεί δομική κριτική στον Νέο Κώδικα για την αποδυνάμωση των Αναπτυξιακών Οργανισμών ως εργαλείων ωρίμανσης μελέτης έργων, ενώ ως Πρόεδρος της ΕΔΕΥΑ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον του νερού. Καυτηριάζει τις εσπευσμένες μεθοδεύσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας γύρω από τις αναγκαστικές συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ, τονίζοντας ότι η Πολιτεία «πλαγιοκόπησε» τον νόμο λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ψήφισή του, χαρίζοντας χρέη στους «προθύμους» έως και το 2026, αντί να επικεντρωθεί στην ουσιαστική προστασία του φυσικού αγαθού.
Ακολουθεί η πλήρης συνέντευξη:

Καταρχάς με τι προσδοκίες μεταβαίνετε στην Καλαμάτα για το Συνέδριο της ΚΕΔΕ;

Είναι απολύτως λογικό και θεμιτό η Τοπική Αυτοδιοίκηση, σε κάθε συνέδριό της, να καταθέτει με σαφήνεια τις θέσεις, τις διεκδικήσεις αλλά και τις ενστάσεις της για όλα όσα αφορούν τον θεσμικό της ρόλο και το πεδίο των αρμοδιοτήτων της.

Ωστόσο, θα ήθελα να είμαι ειλικρινής. Οι προσδοκίες μας είναι πλέον σημαντικά περιορισμένες, καθώς τα μηνύματα που έχουμε λάβει μέχρι σήμερα από την Πολιτεία δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως η τελευταία επιλογή στην κατανομή των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων. Και φαίνεται πως δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό ότι μια οικονομικά αποδυναμωμένη Αυτοδιοίκηση δεν είναι απλώς ένα διοικητικό πρόβλημα. Είναι ένα ζήτημα που έχει άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και, τελικά, στην κοινωνική συνοχή που όλοι θέλουμε να διαφυλάξουμε.

Και αυτό γίνεται ολοένα και δυσκολότερο, όταν οι Δήμοι καλούνται να ανταποκριθούν σε διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες και αρμοδιότητες, χωρίς τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους.

Θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον Δήμο μας. Αν συγκρίνουμε τους πόρους που διαθέταμε πριν από 17 χρόνια, όταν ο σημερινός Δήμος αποτελούνταν από τέσσερις διαφορετικούς Δήμους, με εκείνους που λαμβάνουμε σήμερα για το τεχνικό μας πρόγραμμα, μέσω της ΣΑΤΑ, διαπιστώνουμε ότι αντιστοιχούν μόλις στο 1/4 των τότε πόρων. Με άλλα λόγια, ένας διευρυμένος Δήμος, με πολλαπλάσιες ανάγκες και μεγαλύτερη γεωγραφική και διοικητική ευθύνη, καλείται να λειτουργήσει με σημαντικά λιγότερους διαθέσιμους πόρους.

Και, δυστυχώς, δεν διακρίνω μέχρι σήμερα κάποια ουσιαστική πρόθεση να διορθωθεί αυτή η αδικία.

Το ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι, ενώ ο νέος Κώδικας προβλέπει ως πηγές χρηματοδότησης των Δήμων τους ίδιους ουσιαστικά πόρους που προέβλεπε και ο ιδρυτικός νόμος του «Καλλικράτη» (Ν. 3852/2010), εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ ο δημοσιονομικός περιορισμός που στην πράξη ακυρώνει τη δυνατότητα ουσιαστικής ενίσχυσης της Αυτοδιοίκησης.

Και εδώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Η άρση ή η επαναδιαπραγμάτευση αυτού του δημοσιονομικού περιορισμού δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικής βούλησης.

Επομένως, δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε θεσμικά τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης ούτε να της αναθέτουμε διαρκώς νέες ευθύνες. Χρειάζεται να της εξασφαλίσουμε τους αναγκαίους πόρους και τα πραγματικά εργαλεία για να μπορεί να ανταποκριθεί στην αποστολή της. Γιατί χωρίς οικονομικά ισχυρούς Δήμους δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αποτελεσματική αποκέντρωση ούτε ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη ούτε ουσιαστική στήριξη των τοπικών κοινωνιών.

Στο Συνέδριο της Καλαμάτας παρουσιάζεται η νέα, ολοκληρωμένη μελέτη της ΚΕΔΕ για το πραγματικό κόστος λειτουργίας των Δήμων. Με βάση αυτά τα επιστημονικά δεδομένα, ποια είναι η πρώτη “κόκκινη γραμμή” που θέτετε στην κυβέρνηση για την άμεση αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης;

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η «κόκκινη γραμμή» της Αυτοδιοίκησης θα πρέπει να είναι η ίδια η βιωσιμότητα των Δήμων.

Οι Δήμοι καλούνται σήμερα να αναλάβουν ολοένα και περισσότερες ευθύνες και αρμοδιότητες, συχνά χωρίς να τηρείται ούτε η βασική συνταγματική αρχή ότι καμία μεταφορά αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να γίνεται χωρίς την αντίστοιχη μεταφορά των αναγκαίων οικονομικών πόρων.

Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Μέσα από ένα πλήθος νομοθετικών διατάξεων, η Αυτοδιοίκηση επιβαρύνεται διαρκώς με πρόσθετες υποχρεώσεις απέναντι σε άλλους φορείς, δημόσιες αρχές και οργανισμούς, καλούμενη να καλύπτει στεγαστικές ανάγκες, έξοδα μετακίνησης, χρηματοδοτήσεις, επιχορηγήσεις και μια σειρά άλλων δαπανών που συχνά δεν συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα των αρμοδιοτήτων της.

Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν να ανταποκριθούν οι Δήμοι σε αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο πλαίσιο υποχρεώσεων, όταν οι διαθέσιμοι πόροι τους όχι μόνο δεν αυξάνονται, αλλά ουσιαστικά συρρικνώνονται;

Και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον έντονων πληθωριστικών πιέσεων, σημαντικής αύξησης του κόστους των δημοσίων έργων και γενικότερης ανατίμησης των λειτουργικών δαπανών.

Παράλληλα, έχουν συσσωρευθεί στην Αυτοδιοίκηση αιτήματα και απαιτήσεις, τα οποία τυπικά παρουσιάζονται ως ζητήματα που εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια των Δήμων. Στην πράξη, όμως, συνοδεύονται από συνεχείς πιέσεις, καθώς κάθε φορέας ή υπηρεσία θεωρεί αυτονόητο ότι ο Δήμος μπορεί και πρέπει να αναλάβει το σχετικό κόστος.

Πρέπει, επιτέλους, να γίνει κατανοητό ότι οι Δήμοι δεν διαχειρίζονται έναν ανεξάντλητο οικονομικό πόρο ούτε διαθέτουν κάποιο «πακτωλό χρημάτων» για να καλύπτουν κάθε πρόσθετη ανάγκη ή απαίτηση που τους μεταφέρεται.

Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να αποτελεί τον μόνιμο χρηματοδότη υποχρεώσεων της Πολιτείας και άλλων δημόσιων φορέων. Χρειάζεται ένα σαφές πλαίσιο αρμοδιοτήτων, αντίστοιχη και επαρκής χρηματοδότηση και, πάνω απ’ όλα, σεβασμός στα πραγματικά δημοσιονομικά όρια των Δήμων.

Γιατί, όταν τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική βιωσιμότητα των Δήμων, δεν πληττεται απλώς η λειτουργία ενός θεσμού. Υπονομεύεται η δυνατότητά τους να υπηρετούν τους πολίτες και να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Το φετινό συνέδριο συμπίπτει με την εφαρμογή των ρυθμίσεων του Νέου Κώδικα. Θεωρείτε ότι το νέο αυτό πλαίσιο λύνει τα χέρια των Δημάρχων, ή παραμένει η πολυπλοκότητα στις αρμοδιότητες;

Ο νέος Κώδικας αποτελεί ένα σημαντικό θεσμικό εγχείρημα. Η αξία του δεν βρίσκεται τόσο στην καινοτομία του όσο στη συστηματοποίηση και κωδικοποίηση ενός κατακερματισμένου νομοθετικού πλαισίου, καθώς συγκεντρώνει και καταργεί πλήθος διάσπαρτων διατάξεων. Παράλληλα, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο, μέσα από την εφαρμογή του οποίου τόσο η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου όσο και εμείς, ως εφαρμοστές του στην Αυτοδιοίκηση, μπορούμε να εντοπίσουμε τις αναγκαίες διορθώσεις και βελτιώσεις.

Ωστόσο, θεωρώ ιδιαίτερα ατυχή τη διαχείριση του ζητήματος των Αναπτυξιακών Οργανισμών και των Αναπτυξιακών Εταιρειών. Πρόκειται για ένα ουσιαστικό αναπτυξιακό εργαλείο, που έδινε στους Δήμους τη δυνατότητα να ωριμάζουν μελέτες, να προετοιμάζουν και να υλοποιούν σημαντικά έργα, αξιοποιώντας αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους χρηματοδοτικούς πόρους. Η αποδυνάμωση της λειτουργίας τους, χωρίς να έχει διαμορφωθεί μια βιώσιμη εναλλακτική λύση, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα.

Ο Δήμος Ρεθύμνης έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, τόσο για τη διασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας τους όσο και για την αντιμετώπιση των περιορισμών που προκύπτουν από την κατάταξή τους από την ΕΛΣΤΑΤ στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Λύσεις υπάρχουν, εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση. Και το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι ξεκάθαρο: Θέλει πραγματικά να διατηρήσει αυτούς τους οργανισμούς ως αναπτυξιακά εργαλεία της Αυτοδιοίκησης; Αν ναι, οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό και βιώσιμο θεσμικό πλαίσιο. Αν όχι, ας το δηλώσει ξεκάθαρα και ας αναλάβει την ευθύνη της κατάργησής τους.

Η ατζέντα της Καλαμάτας δίνει τεράστια έμφαση στην κλιματική ανθεκτικότητα και τη διαχείριση του νερού. Έχουν οι Δήμοι τα απαραίτητα κονδύλια για έργα υποδομής;

Η κλιματική ανθεκτικότητα και η διαχείριση των υδατικών πόρων αποτελούν ζητήματα που με απασχολούν ιδιαίτερα, και με την ιδιότητά μου ως Προέδρου της ΕΔΕΥΑ. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι, με εξαίρεση την ΕΥΔΑΠ, την ΕΥΑΘ και ορισμένους μικρούς Δήμους, η διαχείριση του νερού στη χώρα βρίσκεται κυρίως στα χέρια των ΔΕΥΑ. Η κυβέρνηση, επομένως, οφείλει να ξεκαθαρίσει εάν προτίθεται να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους και με ποιον τρόπο.

Αντί, όμως, να συζητούμε την ουσία, δηλαδή την προστασία, τη διαχείριση και την ορθολογική αξιοποίηση αυτού του πολύτιμου φυσικού αγαθού, αναλωνόμαστε σε θεσμικές παρεμβάσεις. Μάλιστα, λίγες εβδομάδες μετά την ψήφιση του νέου Κώδικα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση ως προς τις συγχωνεύσεις και τη λειτουργία των ΔΕΥΑ. Ουσιαστικά, «πλαγιοκόπησε» το νόμο και χαρίζοντας χρέη στους «προθύμους», το 75% των οφειλών τους στους παρόχους μέχρι και το 2026, προσπαθεί να ενδυναμώσει και να επεκτείνει τις αρμοδιότητες σε περιοχές που ορίζονται βάσει του νόμου 5325/26 και που επεκτείνονται έτι περαιτέρω με την διαδικασία της λεγόμενης όμορης περιοχής.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο θεσμικό. Αφορά τον ίδιο τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης στη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων και ενός τόσο κρίσιμου αγαθού όπως το νερό.

Και πρέπει επιτέλους να δουν καθαρά ότι υπάρχει ένας «ελέφαντας στο δωμάτιο» που παραμένει εκτός συζήτησης. Και αυτός είναι η άρδευση. Εκεί καταγράφεται η μεγαλύτερη κατανάλωση νερού, αλλά και οι μεγαλύτερες απώλειες. Χωρίς ολοκληρωμένη πολιτική και για τον αρδευτικό τομέα, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων.

Το κεντρικό σύνθημα του Συνεδρίου σαςι “Ισχυροί Δήμοι – Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες». Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά για την καθημερινότητα του δημότη, όταν οι υπηρεσίες σας αντιμετωπίζουν τόσο μεγάλες ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό;

Από όσα ανέφερα και στις προηγούμενες απαντήσεις, προκύπτει το σαφές συμπέρασμα, ότι, όταν οι Δήμοι διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, επαρκή έσοδα, καλύτερη στελέχωση και λιγότερη γραφειοκρατία, μπορούν να επιτελέσουν ουσιαστικά τον ρόλο τους και να κρατήσουν τις τοπικές κοινωνίες όρθιες.

Αυτό ακριβώς απέδειξαν όλα τα προηγούμενα χρόνια, μέσα από διαδοχικές και παρατεταμένες κρίσεις. Πολλοί ξεχνούν ποιος συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, στην ενίσχυση της αλληλεγγύης και στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων, πριν αυτά λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Για να συνεχίσουν, όμως, οι Δήμοι να ανταποκρίνονται σε αυτή την αποστολή, χρειάζονται πόρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τέλος ανθεκτικότητας, το οποίο καταβάλλουν οι επισκέπτες μας για την επιβάρυνση που προκαλεί η τουριστική δραστηριότητα στους προορισμούς. Αυξημένες ανάγκες σε νερό, κυκλοφοριακή επιβάρυνση, απορρίμματα, αλλά και πιέσεις στη στεγαστική αγορά, λόγω της μετατροπής κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα. Κι όμως, αντί οι Δήμοι να διαθέτουν τα μέσα για να αντιμετωπίζουν αυτές τις επιπτώσεις, η διαχείριση των συγκεκριμένων εσόδων παραμένει στην κεντρική διοίκηση.

Εκτιμώ ότι στο συνέδριο της Καλαμάτας οι τόνοι θα είναι υψηλοί. Όχι από διάθεση αντιπαράθεσης ή κομματικής αντιπολίτευσης, αλλά επειδή γίνεται πλέον αντιληπτό ότι η Αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί προτεραιότητα για την πολιτεία.