Δήμαρχος Λαρισαίων, Θανάσης Μαμάκος: “Να αποσπάσουμε συγκεκριμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις”
Με μια προσέγγιση υψηλής θεσμικής σοβαρότητας και ρεαλισμού, ο Δήμαρχος Λαρισαίων, Θανάσης Μαμάκος, καταθέτει τη δική του παρέμβαση στο otanews.gr. Ενόψει του Ετήσιου Τακτικού Συνεδρίου της ΚΕΔΕ, ο κ. Μαμάκος ξεκαθαρίζει ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή και δεν επιθυμεί ένα ακόμη συνέδριο «διαπίστωσης προβλημάτων», αλλά μια συνάντηση ουσίας που θα αποσπάσει συγκεκριμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις, αμφισβητώντας στην πράξη το βαθιά συγκεντρωτικό κράτος.
Μέσα από τη συζήτηση, ο Δήμαρχος αναλύει τα επιστημονικά δεδομένα της νέας μελέτης της ΚΕΔΕ και της ΕΕΤΑΑ, αναδεικνύοντας το τεράστιο χρηματοδοτικό κενό των 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Θέτει ως πρώτη κόκκινη γραμμή τον τερματισμό της μεταφοράς αρμοδιοτήτων χωρίς πόρους και φέρνει στο προσκήνιο το παράδοξο του ενεργειακού κόστους. Όπως καταγγέλλει, οι Δήμοι πληρώνουν τον οδικό φωτισμό και τα σχολεία έως και τέσσερις φορές ακριβότερα (0,23–0,25 ευρώ την κιλοβατώρα) σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα ξενοδοχεία (0,06–0,08 ευρώ), επιβαρύνοντας άδικα τους προϋπολογισμούς τους. Παράλληλα, σημειώνει ότι η αξία του Νέου Κώδικα θα κριθεί στην πράξη από την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, ενώ, μιλώντας για την κλιματική ανθεκτικότητα με βάση τη δραματική εμπειρία της Λάρισας από τον Daniel, προειδοποιεί ότι τα πλημμυρικά φαινόμενα δεν γνωρίζουν δημοτικά σύνορα. Ζητά, τέλος, μεγαλύτερη ταχύτητα στα μεγάλα έργα των λεκανών απορροής από την κυβέρνηση και τις Περιφέρειες, ξεκαθαρίζοντας ότι η διαχείριση του νερού πρέπει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτα στα χέρια των τοπικών κοινωνιών μέσω των ΔΕΥΑ.
Ακολουθεί η πλήρης συνέντευξη:

Καταρχάς με τι προσδοκίες μεταβαίνετε στην Καλαμάτα για το Συνέδριο της ΚΕΔΕ;

Η Αυτοδιοίκηση βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή. Οι Δήμοι καλούνται καθημερινά να ανταποκριθούν σε ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες και απαιτήσεις των πολιτών, την ίδια στιγμή που οι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι τους παραμένουν περιορισμένοι.

Αυτό που δεν θα ήθελα είναι ένα συνέδριο «διαπίστωσης προβλημάτων», αλλά ένα συνέδριο που θα καταλήξει σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις και, κυρίως, σε ουσιαστικές δεσμεύσεις από την πλευρά της Πολιτείας.

Τα προβλήματα είναι γνωστά. Οι οικονομικές δυσκολίες, η υποστελέχωση, η πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων, η γραφειοκρατία, η αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Δεν χρειαζόμαστε άλλη μια επιβεβαίωση της κατάστασης. Χρειαζόμαστε αποφάσεις που θα την αλλάξουν.

Πιστεύω ότι πρέπει επιτέλους να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για τη θέση και τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης στο διοικητικό σύστημα της χώρας. Δεν μπορεί να μιλάμε διαρκώς για αποκέντρωση, αλλά στην πράξη να συντηρούμε ένα βαθιά συγκεντρωτικό κράτος, που αντιμετωπίζει τους Δήμους περισσότερο ως εκτελεστικούς μηχανισμούς παρά ως αυτοτελείς θεσμούς δημοκρατικής διοίκησης.

Και θέλω να επισημάνω κάτι: Η ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης είναι ζήτημα που αφορά άμεσα την ποιότητα ζωής των πολιτών, την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη και τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας.

Η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει με αδύναμους Δήμους. Και αυτό πρέπει να αποτυπωθεί σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και όχι να παραμένει μια διαπίστωση που επαναλαμβάνεται σε κάθε αυτοδιοικητικό συνέδριο.

Στο Συνέδριο της Καλαμάτας παρουσιάζεται η νέα, ολοκληρωμένη μελέτη της ΚΕΔΕ για το πραγματικό κόστος λειτουργίας των Δήμων. Με βάση αυτά τα επιστημονικά δεδομένα, ποια είναι η πρώτη «κόκκινη γραμμή» που θέτετε στην κυβέρνηση για την άμεση αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης;

Νομίζω ότι τα στοιχεία της μελέτης είναι αποκαλυπτικά και δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για αμφισβητήσεις ή υπεκφυγές.

Το πραγματικό ετήσιο κόστος λειτουργίας των Δήμων υπολογίζεται σε 5,35 δισ. ευρώ, όταν η χρηματοδότησή τους από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους δεν ξεπερνά τα 2,9 δισ. ευρώ. Μιλάμε για μια χρηματοδοτική απόκλιση της τάξης των 2,5 δισ. ευρώ.

Αυτή είναι η πραγματικότητα που καλούμαστε να διαχειριστούμε. Και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με αποσπασματικές ενισχύσεις ούτε με τη διαρκή μετακύλιση οικονομικών βαρών στους Δήμους.

Θα σας δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει αναδείξει η ΚΕΔΕ, οι Δήμοι πληρώνουν το ηλεκτρικό ρεύμα έως και τέσσερις φορές ακριβότερα από μεγάλες επιχειρήσεις, με πρόσθετη επιβάρυνση που εκτιμάται σε περίπου 230 εκατ. ευρώ ετησίως. Σήμερα ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις και βιομηχανίες, αλλά και τα ξενοδοχεία πληρώνουν 0,6 με 0,8 λεπτά την κιλοβατώρα, οι Δήμοι πληρώνουν για την κάλυψη του δημοτικού φωτισμού 0,23 με 0,25 λεπτά την κιλοβατώρα.

Είναι λογικό ένας Δήμος να πληρώνει τόσο ακριβά την ενέργεια που καταναλώνει για να φωτίζει τους δρόμους, να λειτουργεί τα σχολεία και τις αθλητικές εγκαταστάσεις του, να εξυπηρετεί δηλαδή βασικές κοινωνικές ανάγκες; Και την ίδια στιγμή να του ζητάμε να περιορίσει τις δαπάνες του;

Αυτή είναι μια αντίφαση που πρέπει να αρθεί.

Η πρώτη, λοιπόν, κόκκινη γραμμή είναι ξεκάθαρη: Καμία νέα αρμοδιότητα, καμία νέα υποχρέωση χωρίς την αντίστοιχη εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων και του προσωπικού. Και παράλληλα, ουσιαστική αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, με βάση το πραγματικό κόστος λειτουργίας των Δήμων, αλλά και άρση επιβαρύνσεων που στερούν πολύτιμους πόρους από την Αυτοδιοίκηση.

Θέλω, ωστόσο, να προσθέσω και κάτι ακόμη, με βάση την εμπειρία μας στη Λάρισα.

Ένας Δήμος οφείλει να νοικοκυρεύει τα οικονομικά του, να περιορίζει τις σπατάλες και να αξιοποιεί με διαφάνεια και αποτελεσματικότητα κάθε διαθέσιμο ευρώ. Είναι μια ευθύνη από την οποία κανείς δεν μπορεί να παραιτηθεί. Εμείς στη Λάρισα καταβάλαμε μια μεγάλη προσπάθεια για να αποκαταστήσουμε την οικονομική ισορροπία του Δήμου και να δημιουργήσουμε συνθήκες σταθερότητας.

Όμως, το νοικοκύρεμα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επαρκή χρηματοδότηση. Δεν μπορεί η κεντρική διοίκηση να απαιτεί από τους Δήμους να παρέχουν περισσότερες και καλύτερες υπηρεσίες, χωρίς να τους δίνει τα μέσα να το κάνουν.

Και τελικά, όταν ένας Δήμος στερείται τους αναγκαίους πόρους, αυτός που υφίσταται τις συνέπειες δεν είναι ο δήμαρχος. Είναι ο πολίτης.

Το φετινό συνέδριο συμπίπτει με την εφαρμογή των ρυθμίσεων του Νέου Κώδικα. Θεωρείτε ότι το νέο αυτό πλαίσιο λύνει τα χέρια των Δημάρχων, ή παραμένει η πολυπλοκότητα στις αρμοδιότητες;

Ο Νέος Κώδικας αποτελεί ασφαλώς ένα σημαντικό βήμα για την κωδικοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης. Περιλαμβάνει θετικές ρυθμίσεις που μπορούν να διευκολύνουν τη λειτουργία των Δήμων, αλλά δεν πρέπει να δημιουργούμε την εντύπωση ότι με την ψήφισή του λύθηκαν αυτομάτως όλα τα προβλήματα.

Παραμένουν ανοιχτά σημαντικά ζητήματα που αφορούν την κατανομή των αρμοδιοτήτων, την οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, τη στελέχωση των υπηρεσιών. Ζητήματα για τα οποία η Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να διεκδικεί ουσιαστικές λύσεις.

Επιπλέον, πολλά θα κριθούν στην πράξη. Στον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστούν οι νέες ρυθμίσεις και κυρίως στο κατά πόσο θα διευκολύνουν πραγματικά τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών. Γιατί έχουμε δει πολλές φορές νομοθετικές πρωτοβουλίες που ξεκινούν με στόχο την απλοποίηση των διαδικασιών, αλλά στην εφαρμογή τους καταλήγουν να δημιουργούν νέες γραφειοκρατικές δυσκολίες.

Και υπάρχει και ένα ζήτημα συνέπειας. Δεν αρκεί να κατοχυρώνουμε την αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης σε έναν Κώδικα, αν στη συνέχεια άλλες νομοθετικές πρωτοβουλίες κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Δεν χρειαζόμαστε απλώς έναν καλύτερα οργανωμένο κατάλογο αρμοδιοτήτων. Χρειαζόμαστε ένα κράτος που εμπιστεύεται πραγματικά την Αυτοδιοίκηση.

Η ατζέντα της Καλαμάτας δίνει τεράστια έμφαση στην κλιματική ανθεκτικότητα και τη διαχείριση του νερού. Έχουν οι Δήμοι τα απαραίτητα κονδύλια για έργα υποδομής;

Η απάντηση είναι ένα σαφέστατο όχι. Και νομίζω ότι πρέπει να το πούμε χωρίς περιστροφές.

Θα μιλήσω με βάση την εμπειρία της Λάρισας από τις καταστροφικές πλημμύρες του Daniel. Για εμάς η κλιματική ανθεκτικότητα είναι ζήτημα ασφάλειας των πολιτών και προστασίας της πόλης μας.

Αυτή η εμπειρία ανέδειξε κάτι πολύ σημαντικό: Τα πλημμυρικά φαινόμενα δεν γνωρίζουν δημοτικά σύνορα. Η αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποσπασματικά, μέσα στα όρια ενός Δήμου. Απαιτεί συνολικό σχεδιασμό για ολόκληρες λεκάνες απορροής και ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές.

Τα μεγάλα αντιπλημμυρικά έργα βρίσκονται κατά κύριο λόγο στην ευθύνη της κυβέρνησης και των Περιφερειών. Οι Δήμοι περιορίζονται σε παρεμβάσεις μικρότερης κλίμακας, αναγκαίες ασφαλώς, αλλά όχι επαρκείς για τη συνολική προστασία μιας περιοχής.

Γι’ αυτό απαιτούνται συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, ξεκάθαρος σχεδιασμός και, κυρίως, γρήγορη υλοποίηση των έργων.

Και εδώ θέλω να επισημάνω κάτι: Δεν πρέπει να συγχέουμε την αποκατάσταση των ζημιών με την αντιπλημμυρική θωράκιση. Η Θεσσαλία χρειάζεται έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό, από τα ορεινά μέχρι τον κάμπο. Υπάρχουν παρεμβάσεις που έχουν προχωρήσει, υπάρχουν όμως και καθυστερήσεις σε κρίσιμα έργα. Τρία χρόνια μετά τον Daniel, έχουμε κάθε λόγο να ζητάμε μεγαλύτερη ταχύτητα. Γιατί ο χρόνος στην αντιπλημμυρική προστασία είναι παράγοντας ασφάλειας.

Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του νερού, η θέση μου είναι εξίσου ξεκάθαρη.

Το νερό είναι δημόσιο και κοινωνικό αγαθό και η διαχείρισή του πρέπει να παραμείνει στα χέρια της Αυτοδιοίκησης, μέσα από τις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης.

Οι ΔΕΥΑ χρειάζονται ασφαλώς εκσυγχρονισμό, επενδύσεις, προσωπικό και ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία. Δεν μπορεί, όμως, η επίκληση των υπαρκτών προβλημάτων να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την απομάκρυνση της διαχείρισης του νερού από τις τοπικές κοινωνίες.

Η κλιματική κρίση απαιτεί περισσότερη συνεργασία και ισχυρότερη Αυτοδιοίκηση. Όχι περισσότερο συγκεντρωτισμό.

Το κεντρικό σύνθημα του Συνεδρίου είναι «Ισχυροί Δήμοι – Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες». Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά για την καθημερινότητα του δημότη, όταν οι υπηρεσίες σας αντιμετωπίζουν τόσο μεγάλες ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό;

Το σύνθημα αυτό έχει αξία μόνο αν αποκτά πραγματικό περιεχόμενο στην καθημερινότητα του πολίτη.

Ισχυρός Δήμος είναι εκείνος που μπορεί να διατηρεί την πόλη καθαρή, να φροντίζει το πράσινο και τους δημόσιους χώρους, να συντηρεί τα σχολεία, να στηρίζει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να υλοποιεί έργα και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Και για να τα κάνει όλα αυτά χρειάζεται ανθρώπους.

Η πρόσφατη μελέτη της ΕΕΤΑΑ αποτυπώνει με αριθμούς μια πραγματικότητα που εμείς οι δήμαρχοι βιώνουμε καθημερινά. Περισσότερες από 26.000 οργανικές θέσεις στους Δήμους παραμένουν κενές. Στις ειδικότητες των μηχανικών η πληρότητα δεν φτάνει ούτε στο 50%, ενώ στο προσωπικό πρασίνου βρίσκεται κάτω από το 40%.

Αντιλαμβάνεστε τι σημαίνουν αυτά τα ποσοστά για την καθημερινή λειτουργία ενός Δήμου. Σημαίνουν δυσκολίες στη συντήρηση των υποδομών, στη φροντίδα των δημόσιων χώρων, στην εκπόνηση μελετών και στην υλοποίηση έργων.

Και εδώ υπάρχει μια ακόμη μεγάλη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η Πολιτεία ζητά από τους Δήμους να επιταχύνουν την απορρόφηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων και την υλοποίηση των έργων. Από την άλλη, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί στη δυνατότητά τους να στελεχώσουν τις υπηρεσίες που καλούνται να τα υλοποιήσουν.

Δεν μπορείς να απαιτείς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, χωρίς να εξασφαλίζεις τις βασικές προϋποθέσεις για να επιτευχθεί.

Στη Λάρισα έχουμε δώσει ιδιαίτερο βάρος στη βελτίωση της καθημερινότητας και στην αποτελεσματικότερη οργάνωση των υπηρεσιών μας. Αλλά δεν μπορεί η καλύτερη οργάνωση να αποτελεί μόνιμο υποκατάστατο του προσωπικού που λείπει, ούτε μπορούμε να απαιτούμε διαρκώς περισσότερα από εργαζομένους που ήδη καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια.

Χρειαζόμαστε ένα πραγματικό πρόγραμμα στελέχωσης της Αυτοδιοίκησης, με μόνιμο προσωπικό, με βάση τις ανάγκες κάθε Δήμου και με ταχύτερες διαδικασίες προσλήψεων.

Η ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης προφανώς και δεν είναι αυτοσκοπός.

Ισχυρός Δήμος σημαίνει καλύτερη καθημερινότητα για τον πολίτη.