Δήμαρχος Πλατανιά, Ιωάννης Μαλανδράκης: “Απόδοση μέρους του Τέλους Ανθεκτικότητας απευθείας στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ”
Με μια προσέγγιση που εστιάζει στις ιδιαίτερες ανάγκες της κρητικής περιφέρειας, ο Δήμαρχος Πλατανιά, Ιωάννης Μαλανδράκης, αναλύει τις θέσεις του στην ψηφιακή έκδοση του otanews.gr. Ενόψει του Ετήσιου Τακτικού Συνεδρίου της ΚΕΔΕ στην Καλαμάτα, ο κ. Μαλανδράκης επισημαίνει ότι η γεωγραφική έκταση, η διασπορά των οικισμών, οι ανάγκες της ενδοχώρας, αλλά και η έντονη τουριστική δραστηριότητα πολλαπλασιάζουν τις υποχρεώσεις της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, καθιστώντας αναγκαία μια κοινή, διεκδικητική στάση απέναντι στην κεντρική διοίκηση.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Δήμαρχος υπογραμμίζει τη σημασία της νέας επιστημονικής μελέτης της ΚΕΔΕ και της ΕΕΤΑΑ —στην οποία μάλιστα επελέγη να συμμετάσχει με στοιχεία του και ο Δήμος Πλατανιά— ως ένα πολύτιμο τεχνοκρατικό εργαλείο για την τεκμηρίωση του πραγματικού κόστους λειτουργίας των ΟΤΑ. Θέτει ως αδιαπραγμάτευτη θέση τη διασφάλιση των αναγκαίων πόρων και του προσωπικού για κάθε μεταφερόμενη αρμοδιότητα, ζητώντας την τήρηση των προβλέψεων του Νόμου 3852/2010. Παράλληλα, τοποθετείται θετικά απέναντι στον Νέο Κώδικα ως θεσμικό οδηγό μείωσης της γραφειοκρατίας, επισημαίνει όμως ότι η μεταρρύθμιση θα παραμείνει ημιτελής χωρίς πραγματική δημοσιονομική αποκέντρωση. Τέλος, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το έλλειμμα κονδυλίων απέναντι στην κλιματική κρίση και τη λειψυδρία, υπενθυμίζοντας τη συγκεκριμένη πρόταση που έχει καταθέσει ο Δήμος του ήδη από το 2018 για την απόδοση μέρους του Τέλους Ανθεκτικότητας απευθείας στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ.

Καταρχάς, με τι προσδοκίες μεταβαίνετε στην Καλαμάτα για το Συνέδριο της ΚΕΔΕ;

Το Συνέδριο της ΚΕΔΕ στην Καλαμάτα πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι Δήμοι καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν ολοένα και περισσότερες αρμοδιότητες και σύνθετες προκλήσεις, που αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών, τις υποδομές, την κοινωνική συνοχή, την πολιτική προστασία και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης.

Προσέρχομαι με την προσδοκία ότι το Συνέδριο δεν θα περιοριστεί σε μια ακόμη καταγραφή προβλημάτων, αλλά θα αποτελέσει αφετηρία ουσιαστικών αποφάσεων και συγκεκριμένων διεκδικήσεων απέναντι στην Πολιτεία.

Το βασικό ζητούμενο είναι να περάσουμε από τις διαπιστώσεις στις λύσεις. Χρειαζόμαστε Δήμους με πραγματική οικονομική αυτοτέλεια, επαρκές ανθρώπινο δυναμικό, σαφείς αρμοδιότητες και σταθερά χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν πολιτικές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Για τον Δήμο Πλατανιά, όπως και για πολλούς Δήμους της περιφέρειας, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωριστούν οι πρόσθετες ανάγκες που δημιουργούνται από τη γεωγραφική έκταση, τη διασπορά των οικισμών, τις ανάγκες της ενδοχώρας, αλλά και την έντονη τουριστική δραστηριότητα, η οποία επιβαρύνει σημαντικά τις δημοτικές υποδομές και υπηρεσίες.

Επομένως, η προσδοκία μου είναι να διαμορφώσουμε ένα κοινό, διεκδικητικό πλαίσιο, με τεκμηριωμένες προτάσεις και σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να έχει ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωση των πολιτικών που αφορούν τις τοπικές κοινωνίες και όχι απλώς να καλείται να εφαρμόζει αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των Δήμων.

Στο Συνέδριο της Καλαμάτας παρουσιάζεται η νέα, ολοκληρωμένη μελέτη της ΚΕΔΕ για το πραγματικό κόστος λειτουργίας των Δήμων. Με βάση αυτά τα επιστημονικά δεδομένα, ποια είναι η πρώτη «κόκκινη γραμμή» που θέτετε στην κυβέρνηση για την άμεση αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης;

Η πρώτη και αδιαπραγμάτευτη «κόκκινη γραμμή» είναι μία: καμία αρμοδιότητα δεν μπορεί να μεταφέρεται στους Δήμους χωρίς την αντίστοιχη μεταφορά των αναγκαίων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

Η μελέτη της ΚΕΔΕ/Ε.Ε.Τ.Α.Α. είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί πλέον να αποτυπώσει με επιστημονικό και τεκμηριωμένο τρόπο το πραγματικό κόστος άσκησης των αρμοδιοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε με χρηματοδοτήσεις που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες και στις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις μας. Στην παραπάνω μελέτη είχε επιλεγεί να συμμετάσχει με στοιχεία του και ο Δήμος Πλατανιά.

Ζητούμε άμεση και ουσιαστική αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, με βάση τα πραγματικά λειτουργικά δεδομένα των Δήμων, όπως και την τήρηση των προβλέψεων του Νόμου με τον οποίο θεσπίστηκαν οι πηγες εσοδων των Δήμων με το Ν.3852/2010, αλλά και τη θεσμοθέτηση ενός σταθερού συστήματος χρηματοδότησης, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τον πληθυσμό, αλλά και τη γεωγραφική έκταση, τους οικισμούς, την ορεινότητα, τη νησιωτικότητα όπου υπάρχει, την τουριστική επιβάρυνση και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε περιοχής.

Παράλληλα, θεωρώ ότι πρέπει να επανεξεταστεί συνολικά ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται τα δημόσια έσοδα που δημιουργούνται από την οικονομική δραστηριότητα στις τοπικές κοινωνίες.

Δεν είναι δυνατόν να επιβαρύνονται οι τοπικές υποδομές από την τουριστική ανάπτυξη και οι Δήμοι να καλούνται να ανταποκριθούν σε αυτές τις αυξημένες ανάγκες χωρίς αντίστοιχη χρηματοδοτική ενίσχυση.

Η οικονομική αυτοτέλεια δεν είναι ένα θεωρητικό θεσμικό αίτημα. Είναι προϋπόθεση για να μπορεί ο Δήμος να προγραμματίζει, να επενδύει και να προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες στους δημότες του.

Το φετινό συνέδριο συμπίπτει με την εφαρμογή των ρυθμίσεων του Νέου Κώδικα. Θεωρείτε ότι το νέο αυτό πλαίσιο λύνει τα χέρια των Δημάρχων ή παραμένει η πολυπλοκότητα στις αρμοδιότητες;

Ο Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική και αναγκαία θεσμική παρέμβαση, την οποία αξιολογούμε θετικά. Η κωδικοποίηση της πολυδιάσπαρτης νομοθεσίας, η αποσαφήνιση πλήθους αλληλοκαλυπτόμενων διατάξεων και κυρίως, ο σαφέστερος διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ Πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης, Δευτεροβάθμιας Αυτοδιοίκησης και Κεντρικής Διοίκησης αποτελούν ουσιαστικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Δημιουργείται, ουσιαστικά, ένας νέος θεσμικός οδηγός, ο οποίος μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη σαφήνεια στις αρμοδιότητες, στις διαδικασίες και στη λειτουργία των Δήμων, περιορίζοντας τη γραφειοκρατία και τις επικαλύψεις που επί χρόνια δυσχεραίνουν το έργο μας.

Ωστόσο, η θεσμική αποσαφήνιση, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει ουσιαστική και αποτελεσματική Αυτοδιοίκηση.

Το μεγάλο ζητούμενο παραμένει η οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των Δήμων. Δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική αποκέντρωση, όταν η Τοπική Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την Κεντρική Διοίκηση για τη χρηματοδότηση ακόμη και βασικών αναγκών της.

Οι Δήμοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τις τοπικές τους υποθέσεις, να καθορίζουν τις αναπτυξιακές τους προτεραιότητες και κυρίως, να διαθέτουν τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους για την υλοποίησή τους.

Δεν αρκεί να μεταφέρουμε αρμοδιότητες στους Δήμους, εάν δεν τους εξασφαλίζουμε ταυτόχρονα τους πόρους και τα μέσα για να τις ασκήσουν.

Επομένως, ο Νέος Κώδικας είναι ένα σημαντικό θεσμικό βήμα, αλλά η πραγματική μεταρρύθμιση θα ολοκληρωθεί όταν συνοδευτεί από ουσιαστική δημοσιονομική αποκέντρωση και κατοχύρωση της οικονομικής αυτοτέλειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Γιατί, τελικά, ισχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση σημαίνει Δήμους με ξεκάθαρες αρμοδιότητες, πραγματική δυνατότητα λήψης αποφάσεων και εξασφαλισμένους πόρους για να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Η ατζέντα της Καλαμάτας δίνει τεράστια έμφαση στην κλιματική ανθεκτικότητα και τη διαχείριση του νερού. Έχουν οι Δήμοι τα απαραίτητα κονδύλια για έργα υποδομής;

Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή. Είναι μια πραγματικότητα που βιώνουμε ήδη, με ολοένα εντονότερες επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες, στις υποδομές, στην οικονομική δραστηριότητα και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση των συνεπειών των ακραίων φαινομένων, αλλά κυρίως η πρόληψη, ώστε να περιορίζουμε, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, τις επιπτώσεις τους.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις: ολοκληρωμένη στρατηγική, επαρκείς οικονομικοί πόροι και σταθερά & κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Η ανθεκτικότητα είναι μια έννοια πολύπλευρη. Δεν περιορίζεται στην αντιπλημμυρική προστασία ή στην αποκατάσταση ζημιών μετά από μια φυσική καταστροφή. Αφορά τη διαχείριση των υδάτινων πόρων και την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, την επάρκεια και την αντοχή των δικτύων ύδρευσης, την προστασία της δημοτικής οδοποιίας, τη θωράκιση των δημόσιων υποδομών, την προσβασιμότητα, την αντιμετώπιση της διάβρωσης των ακτών, αλλά και τη δυνατότητα μιας περιοχής να ανταποκρίνεται στις αυξημένες πιέσεις που δέχεται.

Ιδιαίτερα στους τουριστικούς Δήμους, όπως ο Δήμος Πλατανιά, οι προκλήσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες. Καλούμαστε να διαχειριστούμε σημαντικές εποχικές αυξήσεις πληθυσμού, με αντίστοιχη επιβάρυνση στα δίκτυα ύδρευσης, στην καθαριότητα, στην οδοποιία και στις υπόλοιπες υποδομές, χωρίς να διαθέτουμε πάντοτε τους ανάλογους πόρους.

Πάνω απ’ όλα όμως, ανθεκτικότητα σημαίνει να διασφαλίζουμε ότι οι κάτοικοι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν, να εργάζονται και να δημιουργούν στον τόπο τους, με ασφάλεια και ποιότητα ζωής. Αυτός πρέπει να είναι ο τελικός στόχος κάθε πολιτικής για την κλιματική προσαρμογή.

Στο ερώτημα, λοιπόν, εάν οι Δήμοι διαθέτουν σήμερα τα απαραίτητα κονδύλια, η απάντηση είναι σαφής: όχι στον βαθμό που απαιτούν οι πραγματικές ανάγκες και οι σύγχρονες προκλήσεις.

Για τον λόγο αυτό, ο Δήμος Πλατανιά έχει καταθέσει ήδη από το 2018 μια συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη και διαχρονικά επίκαιρη πρόταση για την απόδοση μέρους του Τέλους Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση, στους Δήμους της χώρας.

Η πρότασή μας προβλέπει την απόδοση του 60% των εσόδων του Τέλους στους Δήμους, μέσα από έναν δίκαιο μηχανισμό άμεσης απόδοσης και αναδιανομής, ώστε να ωφελούνται όλοι οι Δήμοι της χώρας και όχι αποκλειστικά οι τουριστικοί.

Το υπόλοιπο 40% προτείνουμε να αξιοποιείται για τη δημιουργία ενός ειδικού, σταθερού χρηματοδοτικού προγράμματος έργων ανθεκτικότητας και πολιτικής προστασίας.

Πρόκειται για μια πρόταση που έχει τύχει ομόφωνης αποδοχής από συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης και στα συνέδρια της ΚΕΔΕ και την οποία συνεχίζουμε να διεκδικούμε με συνέπεια, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η φιλοσοφία της είναι απλή: ένα τέλος που καταβάλλεται στο όνομα της ανθεκτικότητας πρέπει να επιστρέφει στις τοπικές κοινωνίες και να χρηματοδοτεί πραγματικά έργα ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, έχουμε αναδείξει την ανάγκη αξιοποίησης αυτών των σταθερών εσόδων ως βάσης για τη δημιουργία πρόσθετων χρηματοδοτικών εργαλείων, με τη συμμετοχή του Πράσινου Ταμείου και τη δυνατότητα μακροχρόνιας χρηματοδότησης μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να κινητοποιηθούν σημαντικοί πόροι για έργα πρόληψης και προστασίας, χωρίς οι Δήμοι να εξαρτώνται αποκλειστικά από αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις και έκτακτες προσκλήσεις.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση χρειάζεται έναν μόνιμο χρηματοδοτικό μηχανισμό, που θα της επιτρέπει να σχεδιάζει και να υλοποιεί έγκαιρα, τις αναγκαίες παρεμβάσεις, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Δεν μπορούμε να συζητάμε σοβαρά για κλιματική ανθεκτικότητα, χωρίς να εξασφαλίζουμε στους Δήμους τα οικονομικά μέσα για να την υλοποιήσουν.

Η μετάβαση από την αποκατάσταση στην πρόληψη, από την αποσπασματική χρηματοδότηση στον μακροχρόνιο σχεδιασμό και από τη διαρκή εξάρτηση στην οικονομική αυτοτέλεια αποτελεί, κατά την άποψή μου, τη μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Γιατί η ανθεκτικότητα δεν πρέπει να παραμένει μια διακήρυξη προθέσεων. Πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένα έργα, με εξασφαλισμένους πόρους και μετρήσιμο όφελος για τους πολίτες.

Το κεντρικό σύνθημα του Συνεδρίου είναι «Ισχυροί Δήμοι – Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες». Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά για την καθημερινότητα του δημότη, όταν οι υπηρεσίες σας αντιμετωπίζουν τόσο μεγάλες ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό;

Το σύνθημα «Ισχυροί Δήμοι – Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες» αποτυπώνει μια βασική αλήθεια: η ποιότητα ζωής των πολιτών συνδέεται άμεσα με την αποτελεσματικότητα και τις δυνατότητες του Δήμου τους.

Ισχυρός Δήμος σημαίνει καθαροί οικισμοί, ασφαλές οδικό δίκτυο, επαρκείς υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελεσματικές κοινωνικές υπηρεσίες, προστασία του περιβάλλοντος, γρήγορη εξυπηρέτηση του πολίτη και δυνατότητα υλοποίησης έργων που βελτιώνουν την καθημερινότητα.

Όμως, για να γίνουν όλα αυτά πράξη, χρειάζεται ανθρώπινο δυναμικό.

Οι ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό αποτελούν σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της Αυτοδιοίκησης. Ιδιαίτερα στις τεχνικές υπηρεσίες, στις υπηρεσίες περιβάλλοντος, στην πολιτική προστασία και στις διοικητικές δομές, η έλλειψη μηχανικών, οικονομολόγων, επιστημονικών συνεργατών και άλλων ειδικοτήτων περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες των Δήμων.

Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε από έναν Δήμο να σχεδιάζει σύνθετα τεχνικά έργα, να εκπονεί μελέτες, να διεκδικεί χρηματοδοτήσεις, να υλοποιεί προγράμματα και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στις καθημερινές ανάγκες των δημοτών, χωρίς να διαθέτει το απαραίτητο στελεχιακό δυναμικό.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο στους Δήμους με μεγάλη γεωγραφική έκταση και διάσπαρτους οικισμούς, όπου οι ανάγκες εξυπηρέτησης είναι αυξημένες και απαιτούν περισσότερους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους.

Χρειάζεται, επομένως, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο στελέχωσης της Αυτοδιοίκησης, με μόνιμες προσλήψεις, ταχύτερες διαδικασίες κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων, δυνατότητα πρόσληψης εξειδικευμένου προσωπικού και ουσιαστικά κίνητρα για την προσέλκυση επιστημόνων στους Δήμους της περιφέρειας.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας και να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των Δήμων, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα ανάγκες που απαιτούν εξειδικευμένη τεχνογνωσία.

Για εμάς, στον Δήμο Πλατανιά, ο στόχος είναι να μπορούμε να βρισκόμαστε δίπλα σε κάθε δημότη, είτε κατοικεί σε έναν μεγάλο οικισμό είτε σε ένα μικρό χωριό της ενδοχώρας. Να εξασφαλίζουμε ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες, υποδομές και ευκαιρίες ανάπτυξης.

Αυτό σημαίνει στην πράξη ισχυρός Δήμος. Και αυτό προϋποθέτει οικονομική αυτοτέλεια, επαρκές προσωπικό, ξεκάθαρες αρμοδιότητες και σταθερή υποστήριξη από την Πολιτεία.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν ζητά προνόμια. Ζητά τα εργαλεία και τους πόρους, για να μπορεί να ανταποκριθεί στην ευθύνη που της έχει ανατεθεί απέναντι στους πολίτες.