Συμπαραστάτης της νέας γενιάς αγροτών η ΚΕΔΕ

Ζήτημα στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της ευρωπαϊκής υπαίθρου, τη διατροφική επάρκεια και την κοινωνική συνοχή της Ευρώπης, αποτελέι για την Ελληνική Αυτοδιοίκηση η ανανέωση των γενεών στη γεωργία.

Μιλώντας στην 172η Σύνοδο Ολομέλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, στο πλαίσιο της συζήτησης για το σχέδιο γνωμοδότησης με θέμα την ανανέωση των γενεών στη γεωργία, ο γγ της ΚΕΔΕ, Δημήτρης Καφαντάρης ανέδειξε τις θέσεις της Ένωσης για την ανάγκη ουσιαστικής στήριξης της νέας γενιάς που επιλέγει να δραστηριοποιηθεί στον πρωτογενή τομέα.

Στην εισήγησή του, ο Δ. Καφαντάρης επισήμανε, η υπό διαμόρφωση γνωμοδότηση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αναγνωρίζει ότι η προσέλκυση νέων ανθρώπων στη γεωργία δεν εξαρτάται μόνο από την πρόσβαση στη γη ή στη χρηματοδότηση, αλλά κυρίως από τη δυνατότητα διαμόρφωσης αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης και εργασίας στην ύπαιθρο.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι η νησιωτικότητα, οι ορεινές περιοχές και ο κατακερματισμένος αγροτικός κλήρος δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις για την ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού. Όπως τόνισε, η εγκατάλειψη της υπαίθρου δεν αποτελεί μόνο οικονομικό ζήτημα, αλλά επηρεάζει άμεσα την κοινωνική συνοχή, την περιφερειακή ισορροπία και τη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.

Ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕΔΕ υπογράμμισε ότι, εάν η Ευρώπη και τα κράτη-μέλη επιθυμούν περισσότερους νέους ανθρώπους στον πρωτογενή τομέα, οφείλουν να δημιουργήσουν πραγματικά κίνητρα παραμονής και δραστηριοποίησης στην ύπαιθρο. Αυτό, όπως ανέφερε, προϋποθέτει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, σύγχρονες υποδομές, επαρκείς στεγαστικές δυνατότητες, αξιόπιστη ψηφιακή συνδεσιμότητα και, κυρίως, τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς και βιώσιμου εισοδήματος για τους νέους αγρότες.

Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Δημήτρης Καφαντάρης τόνισε ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν αφορά μόνο στο ποιος θα καλλιεργεί τη γη τα επόμενα χρόνια, αλλά στο εάν η Ελληνική και η Ευρωπαϊκή ύπαιθρος θα συνεχίσουν να αποτελούν ζωντανούς τόπους παραγωγής, ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής.