Το μέλλον των συντάξεων: Ανάμεσα στη δημογραφική κρίση και τη νέα αρχιτεκτονική της κοινωνικής ασφάλισης.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, επανέφεραν στο προσκήνιο μία συζήτηση που επί δεκαετίες αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και συχνά υπό το βάρος πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η επισήμανσή του ότι οι δημόσιες συντάξεις δυσχερώς θα διασφαλίζουν στο μέλλον επαρκή ποσοστά αναπλήρωσης εισοδήματος αποτυπώνει τη δημογραφική και θεσμική πραγματικότητα, την οποία η ελληνική κοινωνία καλείται να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα και διορατικότητα.

Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης. Οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν μέσω των εισφορών τους τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, ενώ οι επόμενες γενιές αναλαμβάνουν αργότερα τον ίδιο ρόλο. Το σύστημα αυτό λειτούργησε αποτελεσματικά σε περιόδους δημογραφικής ευρωστίας και οικονομικής ανάπτυξης. Η σημερινή πραγματικότητα όμως παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η υπογεννητικότητα χειμάζει τον πληθυσμό, η γήρανση αυξάνει διαρκώς τον αριθμό των συνταξιούχων και η μετανάστευση χιλιάδων νέων επιστημόνων περιορίζει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Ως εκ τούτου, η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους συρρικνώνεται με ταχείς ρυθμούς.

Η συζήτηση επομένως αφορά τη μορφή που θα λάβει η συνταξιοδοτική προστασία κατά τις επόμενες δεκαετίες και εάν η χρηματοδότηση των συντάξεων θα συνεχίσει να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις εισφορές των ενεργών εργαζομένων ή εάν θα ενισχυθούν μηχανισμοί κεφαλαιοποίησης και μακροχρόνιας αποταμίευσης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η αναφορά του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή, στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης. Τα επαγγελματικά ταμεία συνιστούν θεσμούς συλλογικής αποταμίευσης και επένδυσης κεφαλαίων προς όφελος των ασφαλισμένων. Οι εισφορές επενδύονται σε χρηματοοικονομικά προϊόντα και περιουσιακά στοιχεία, ενώ οι αποδόσεις τους ενισχύουν το μελλοντικό συνταξιοδοτικό εισόδημα. Η λογική αυτή μεταφέρει ένα μέρος του βάρους από τις μελλοντικές γενιές προς την κεφαλαιακή συσσώρευση.

Η διεθνής εμπειρία παρέχει χρήσιμα παραδείγματα. Η Ολλανδία διαθέτει σήμερα το υψηλότερα αξιολογημένο συνταξιοδοτικό σύστημα παγκοσμίως σύμφωνα με τον Mercer CFA Institute Global Pension Index. Το ολλανδικό μοντέλο συνδυάζει μία βασική κρατική σύνταξη για όλους τους πολίτες με ισχυρά επαγγελματικά ταμεία τα οποία διαχειρίζονται επενδυτικά κεφάλαια τεράστιας αξίας. Η αρχιτεκτονική αυτή εξασφαλίζει αφενός κοινωνική προστασία και αφετέρου μακροχρόνια βιωσιμότητα. Η σύνταξη του πολίτη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη δημογραφική εξέλιξη ούτε αποκλειστικά από τις διακυμάνσεις των αγορών. Η ισορροπία μεταξύ δημόσιας εγγύησης και κεφαλαιοποιητικής αποταμίευσης προσδίδει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στο σύστημα.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εμφανίζεται η περίπτωση της Σιγκαπούρης. Το κράτος εκεί δεν στηρίζεται κυρίως στην αναδιανομή εισφορών μεταξύ γενεών. Αντιθέτως, επιβάλλει υποχρεωτική αποταμίευση μέσω του Central Provident Fund. Οι εισφορές κάθε εργαζομένου συγκεντρώνονται σε προσωπικούς λογαριασμούς και χρηματοδοτούν τη μελλοντική σύνταξη, την υγειονομική περίθαλψη και την απόκτηση κατοικίας. Η φιλοσοφία του συστήματος στηρίζεται στην ατομική κεφαλαιακή συγκρότηση και στη δημιουργία περιουσιακών στοιχείων καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου. Η κατοικία θεωρείται στοιχείο συνταξιοδοτικής ασφάλειας, διότι περιορίζει δραστικά το κόστος διαβίωσης κατά τη συνταξιοδότηση.

Τα δύο αυτά παραδείγματα αναδεικνύουν διαφορετικές προσεγγίσεις ενός κοινού προβλήματος. Η Ολλανδία επενδύει στη συλλογική κεφαλαιοποίηση μέσω επαγγελματικών ταμείων, ενώ η Σιγκαπούρη επενδύει στην ατομική κεφαλαιοποίηση μέσω προσωπικών λογαριασμών. Αμφότερα τα μοντέλα αναγνωρίζουν ότι η αποκλειστική εξάρτηση από την αναδιανεμητική λειτουργία του κράτους καθίσταται ολοένα δυσχερέστερη σε κοινωνίες που γηράσκουν.

Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον ενώπιον μιας ιστορικής επιλογής. Η πολιτεία οφείλει να διεξαγάγει έναν ειλικρινή και τεκμηριωμένο διάλογο για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης, διότι η αναβολή των αποφάσεων μεταθέτει το πρόβλημα στις επόμενες γενιές και αποτελεί ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, διαγενεακής ισορροπίας και θεσμικής υπευθυνότητας.

Το ερωτήματα είναι πολλά και αφορούν τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτούνται οι συντάξεις, το εύρος της κρατικής συμμετοχής και τον βαθμό οικονομικής αυτενέργειας που θα απαιτείται από κάθε πολίτη. Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω θα καθορίσει και το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος, αλλά και το κοινωνικό πρότυπο της χώρας κατά τον 21ο αιώνα.

Μαρία Παναγιώτου

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

https://law-panagiotou.gr