Βόμβα από το Δικαστήριο της ΕΕ για τις συμβάσεις των εμβολίων Covid-19

Η διαχείριση της πανδημίας Covid-19 αποτέλεσε τη μεγαλύτερη υγειονομική και πολιτική δοκιμασία που αντιμετώπισε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η ανάγκη ταχείας προμήθειας εμβολίων οδήγησε στη δημιουργία ενός κεντρικού ευρωπαϊκού μηχανισμού διαπραγμάτευσης και αγοράς, μέσω του οποίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνήψε συμβάσεις δισεκατομμυρίων ευρώ με μεγάλες φαρμακευτικές επιχειρήσεις.

Από την πρώτη στιγμή αναδείχθηκε το κρίσιμο ερώτημα για το μέχρι ποιο σημείο μπορεί η δημόσια εξουσία να επικαλείται τα προσωπικά δεδομένα και την εμπιστευτικότητα όταν διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα και λαμβάνει αποφάσεις που επηρεάζουν εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες;

Η συζήτηση αυτή επανέρχεται σήμερα στο προσκήνιο έπειτα από τις προτάσεις του αξιότιμου Γενικού Εισαγγελέα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κυρίου Αθανασίου Ράντου, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 11 Ιουνίου 2026 και αφορούν τις υποθέσεις σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στις συμβάσεις αγοράς των εμβολίων Covid-19.

Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ευρωβουλευτές και πολίτες ζήτησαν πρόσβαση σε κρίσιμα έγγραφα των διαπραγματεύσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε μόνο μερική πρόσβαση, αφαιρώντας τα ονόματα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας καθώς και τμήματα των συμβάσεων που αφορούσαν τις ρήτρες αποζημίωσης των φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Η αιτιολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βασίστηκε στην προστασία προσωπικών δεδομένων και στην ανάγκη διαφύλαξης των εμπορικών συμφερόντων των εταιρειών!

Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε το 2024 ότι η Επιτροπή δεν παρείχε επαρκή πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα και αντί να αποδεχθεί την κρίση και απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή προσέφυγε ασκώντας αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ανατροπή της.

Οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα παρουσιάζουν ιδιαίτερο θεσμικό, ερμηνευτικό και νομικό ενδιαφέρον. Ο κύριος Αθανάσιος Ράντος εισηγείται την απόρριψη των επιχειρημάτων της Επιτροπής και την επικύρωση των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά την ανάλυσή του, η διαφάνεια που αφορά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης των συμβάσεων για τα εμβόλια συνιστά σαφή σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Για τον λόγο αυτό, η δημοσιοποίηση των στοιχείων των προσώπων που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η επισήμανσή του ότι η απλή δημοσιοποίηση ανωνυμοποιημένων δηλώσεων περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων δεν επιτρέπει ουσιαστικό έλεγχο της αμεροληψίας των προσώπων που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις. Η θέση αυτή αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λογοδοσίας. Η κοινωνία δεν αρκείται σε αφηρημένες διαβεβαιώσεις περί ακεραιότητας αλλά αξιώνει τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των διαδικασιών μέσω των οποίων λαμβάνονται αποφάσεις μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας.

Εξίσου σημαντικό είναι και το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης, το οποίο αφορά τις ρήτρες αποζημίωσης των φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίησή τους θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των εταιρειών. Όμως, ο Γενικός Εισαγγελέας απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη βλάβη από την ενδεχόμενη γνωστοποίηση των σχετικών όρων. Επιπλέον, διευκρινίζει ότι οι συγκεκριμένες ρήτρες δεν καθορίζουν τις προϋποθέσεις ευθύνης των εταιρειών έναντι των πολιτών, αλλά αφορούν κυρίως τους μηχανισμούς οικονομικής αποκατάστασης μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων.

Η σημασία της υπόθεσης υπερβαίνει κατά πολύ το ζήτημα των εμβολίων. Στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο της ΕΕ καλείται να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα που αφορά το μέλλον της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Ποια είναι τα όρια της μυστικότητας όταν δημόσιοι θεσμοί συνάπτουν συμβάσεις τεράστιας οικονομικής αξίας στο όνομα των πολιτών;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο την πανδημία. Αφορά κάθε μελλοντική κρίση, κάθε δημόσια σύμβαση στρατηγικής σημασίας και κάθε περίπτωση κατά την οποία η εκτελεστική εξουσία καλείται να ισορροπήσει μεταξύ αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας με διαφάνεια.

Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται τους επόμενους μήνες και δεν δεσμεύεται από τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα. Ωστόσο, η εισήγηση του κυρίου Ράντου αποτελεί ήδη μία ισχυρή υπενθύμιση ότι η διαφάνεια δεν συνιστά διοικητική ευχέρεια των θεσμών αλλά αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική απαίτηση και αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Μαρία Παναγιώτου

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

https://law-panagiotou.gr