Ράπισμα στο ΥΠΕΣ από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα: Παρακολούθηση υπαλλήλων με βιομετρικά δεδομένα

 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με πόρισμα που έδωσε στη δημοσιότητα εκφράζει την αντίθεση της στην επιχειρούμενη εισαγωγή διάταξης που θα αφορά στη χρήση βιομετρικών δεδομένων σε δημόσιους φορείς από το Υπουργείο Εσωτερικών.

Το σχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών, όπως αναφέρει και αναδεικνύει η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ -που ανέδειξε το πόρισμα- προβλέπει μια “κάρτα” που θα “χτυπούν” οι υπάλληλοι, η οποία θα ελέγχεται επί τη βάσει προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων. Τα προσωπικά αυτά δεδομένα αφορούν σε δακτυλικά αποτυπώματα, DNA, ίριδα ματιού.

Συγκεκριμένα, η Αρχή έκρινε πως το σχέδιο της διάταξης με το οποίο προβλέπεται βιομετρική ταυτοποίηση και καταγραφή της φυσικής παρουσίας των δημοσίων υπαλλήλων κατά την προσέλευση και αποχώρησή τους από τον χώρο εργασίας δεν είναι συμβατή με το Ενωσιακό Δίκαιο και με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων, ενώ την ίδια στιγμή τους θέτει υπό καθεστώς διαρκούς παρακολουθήσεως αποδίδοντας ένα ρόλο με δυνατότητες “Big Brother” στο ΥΠΕΣ.

“Η υπό εξέταση προτεινόμενη καθολική και υποχρεωτική χρήση βιομετρικών δεδομένων στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας μετατρέπει τη σωματική ταυτότητα των εργαζομένων σε διαρκές μέσο ελέγχου και επιτήρησης, εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης, ανεξαρτήτως συγκεκριμένων ενδείξεων ή πραγματικής ανάγκης. Η ένταση της επέμβασης αυτής υπερβαίνει τα ανεκτά όρια που τίθενται από το ενωσιακό δίκαιο και οδηγεί σε ουσιώδη προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως ενόψει της

καθολικότητας και της υποχρεωτικότητας του μέτρου.” αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πόρισμα.

Ενώ προσθέτει ταυτόχρονα πως “κατά συνέπεια, η επίμαχη ρύθμιση, υπό την παρούσα μορφή της, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τον πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”.

Μάλιστα η Αρχή συνιστά στο Υπουργείο Εσωτερικών τη μη υιοθέτησή της.

Ειδικότερα, διαπιστώνεται στο πόρισμα, όπως αναφέρει η Ανεξάρτητη Αρχή, ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ούτε η ύπαρξη ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος ούτε η απόλυτη αναγκαιότητα της επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχουν προηγουμένως εξεταστεί και τεκμηριωμένα απορριφθεί λιγότερο παρεμβατικά μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού. Περαιτέρω, η καθολική και χωρίς διάκριση εφαρμογή του μέτρου στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων συνιστά δυσανάλογη και υπέρμετρη επέμβαση στα δικαιώματα, καθώς συνεπάγεται γενικευμένη επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων χωρίς διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Επιπλέον, η ρύθμιση δεν πληροί τις απαιτήσεις της αρχής του περιορισμού του σκοπού, δεδομένου ότι συγχωνεύει ετερογενείς σκοπούς χωρίς σαφή και διακριτό προσδιορισμό και χωρίς αυτοτελή αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας για καθέναν από αυτούς. Ακόμα, η προσκομισθείσα μελέτη εκτίμησης αντικτύπου παρουσιάζει ελλείψεις και δεν τεκμηριώνει επαρκώς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του μέτρου.

Τέλος, η Αρχή επισημαίνει ότι η χρήση βιομετρικών δεδομένων μπορεί να εξεταστεί μόνο κατ’ εξαίρεση ως μέτρο ultima ratio υπό αυστηρές και περιοριστικά καθορισμένες προϋποθέσεις και κατόπιν πλήρους τεκμηρίωσης, ενώ η προτεινόμενη από το ΥΠΕΣ εναλλακτική λύση δεν συνοδεύεται από επαρκώς συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη κανονιστική πρόβλεψη που να επιτρέπει την αξιολόγηση της συμβατότητάς της με τον ΓΚΠΔ.